Η εποχή της αγάπης.

Ο Έκωρ έχει μια τσίμπλα στο μάτι και του την έβγαλα.

Παρά της αηδίας των λοιπών.

Ο Έκωρ κάθε φορά γυρνάει στο σπίτι το βράδυ και μια διακαή λαχτάρα στα στομάχια του να σκίσει την τεράστια σημαία των γειτόνων του.

Και ο Λάζαρος γυρνάει με ένα ντέφι και έναν καφέ κερασμένο. Δεν ξέρω αν αισθάνεται ή απλά είναι έτσι προγραμματισμένος.

Ακόμη να χτυπήσει το τηλέφωνο. Το συγκεκριμένο, των θυμωμένων ματιών, της απομάκρυνσης.

Σε εκείνο το σπίτι που όλα πέρναγαν από αδιάκριτες ματιές και ένοιωθες πάντα γυμνός.

Που όλα κριτικάρονται, από την καινούργια σου φωτογραφία στην ταυτότητα μέχρι τις ψευτιές στο βιογραφικό σου.

Έχει στις μέσα ντουλάπες άλμπουμ με φωτογραφίες και παιδικά ρούχα.

Ο χρόνος σταμάτησε στο 90. Κάτι.

Και ακόμη καν δεν γρατσουνίστηκαν και τα μεγάλα μυστικά.

Αυτοί που βγάζαν φωτογραφίες σε γέφυρες και τώρα ανεβάζουν φωτογραφίες και τραγούδια με καρδιές από πάνω.

Τα απαραίτητα-τούρτα με κεριά που συνοδεύεται από φύσημα παρατεταμένο και δώρα.

Είναι το χόμπιτ μέσα που βγαίνει.

Θα ήθελα είτε να γίνω ιδιοκτήτης κηδειοτελετών να κάνω προσωπικές ταφές σε όλους ξεχωριστά.

Ή δικηγόρος, να ντύνομαι καθημερινά με φολιδωτά φορέματα και τακούνια και την τσάντα την ακριβή της δουλειάς μου.

Ο Τζων Κλήλαντ θαύμαζε και παρατηρούσε μόρια. Τέρατα τα ονόμαζε.

Παράθυρα Λογοτεχνίας για Νέους

Intellectum 10

[
Μενού